Είναι όμορφο να ξυπνάς ένα πρωινό στον κόσμο τούτο, κι εκείνος να ναι λουσμένος στο φως.Αιτία, απώτερος σκοπός και αυτό που γεμίζει τους μικρούς σου πνεύμονες να ναι ο Έρωτας, μόνο ο Έρωτας. Κι οι πνεύμονές σου να εκτείνονται όσο πιο πολύ τους για να Τον χωρέσουν όλον ή έστω, όσο πιο πολύ....
Να βγαίνεις στο λαμπρό βασίλειο του Ήλιου, κι η γκρίζα πολιτεία να ναι λιγότερο γκρίζα από κάθε άλλη φορά…
Θα ναι, σκέφτεσαι, οι χαρταετοί… Η σκιά των χρωμάτων και των ονείρων που υψώθηκαν με τον αέρα, έρανε με αγγελόσκονη τις κρύες κι άχρωμες γειτονιές.
Τα παιδιά βρέθηκαν στο αλσύλλιο με τους χαρταετούς στην καρδιά και κρατώντας το εμπιστευμένο χέρι των γονιών και των παππούδων. Εκείνοι πάλι ξέχασαν τις χίλιες δυο σπουδαίες ασημαντότητες που τους ταλανίζουν καθημερινά κι έγιναν συνομήλικοι με τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Όλοι συμμάχησαν με τον άνεμο κι εκείνος δεν απογοήτευσε κανέναν.
Φυσώντας τόσο ώστε μόνο να υπαινιχθεί τη δύναμή του, ύψωσε τις άδολες καρδιές στον μεγάλο Ουρανό. Τότε (ή και λίγο πριν, ή και λίγο μετά) συνέβησαν πολλά μικρά αλλά μαγικά πράγματα.
Ένα παιδί δεν είχε χρήματα ν’ αγοράσει χαρταετό. Έκανε όμως τη σελίδα ενός τετραδίου χαρταετό, κι αυτός υψώθηκε τόσο, που ακούμπησε τον ίδιο τον Θεό.
Ο Θεός τότε έδωσε τα μυστικά του δώρα στο παιδί –όλα εκείνα που φέρουν την άφατη Χάρη Του και την Αξία.
Ένας μεγάλος που είχε χρόνια να κλάψει, και ο οποίος πληρωνόταν για να γυρίσει ντοκιμαντέρ με θέμα τα Κούλουμα της φτωχής συνοικίας –στο πάρκο με τ’ απομεινάρια της Ακαδημίας-, άκουσε το παιδί της προηγούμενης ιστορίας, καθώς μιλούσε για τον αυτοσχέδιο χαρταετό του, να λέει: «δεν με νοιάζει αν θα πάει ψηλά, παρά μόνο να πετάξει μαζί με την καρδιά μου!» Τότε έκλεισε την κάμερα, πήγε κάτω από ένα δέντρο και έκλαψε.
Τρεις γιαγιάδες που κάθονταν ήσυχα στο παγκάκι κάτω από το ήλιο, μεταμορφώθηκαν σε αυτό που ήταν πάντα: παιδιά. Πόζαραν στο φακό ισιώνοντας τα μαλλιά τους και χαμογελώντας, ολόιδιες με τις νέες, τις όμορφες προσφυγοπούλες των φωτογραφικών τους άλμπουμ. Μέσα στις ρυτίδες του προσώπου και στο μεδούλι των κουρασμένων οστών, στα βλέμματα που αναζητούν την επαφή και στα χαμόγελα που ξεπηδούν σαν το νερό στους πίδακες από το πρόσωπο, ρέουν θύμησες από πολέμους, ξεριζωμούς και πόνους, έτοιμες να γίνουν λέξη και σιωπή και στεναγμός. Σ’ αυτό το δέρμα, στα μάτια και στα χείλη τους, και πίσω από τις λέξεις τις ειπωμένες και τις ανείπωτες, λάμπει ανέσπερο το φως της αιωνιότητας – ο προαιώνιος σταυρός στους ώμους του Ανθρώπου.
Ένα παιδί που μόλις είχε μάθει να περπατάει, τάιζε με μεγάλη προσοχή και αφοσίωση τα περιστέρια. Εκείνα ως αντάλλαγμα του έμαθαν να μη φοβάται τα φτερά του.
Όλα ετούτα τα θαυμαστά συνέβησαν ακόμα μία φορά μέσα στον Αέρα, ο οποίος σήμερα, - έναρξη εκείνης της περιόδου που, καθώς ο ετήσιος κύκλος της ζωής πλησιάζει στο τέλος του, σε αυτή τη γειτονιά των ανθρώπων προσφέρεται σαν ευκαιρία για Κάθαρση πριν την Αναγέννηση- έκανε τη Δύναμή του ολοφάνερη...
Χωρίς βέβαια να την εξαντλεί… Πώς αλλιώς, μια μέρα που δεν ήθελε μάλλον τίποτε άλλο, παρά να χαμογελάσει! Κάτω χαμηλά, ψηλά και παντού, σε κείνη τη μικρή γωνιά της γης –τη μαγική, όσο και γκρίζα-, με τους ανθρώπους-παιδιά, τα περιστέρια, και τους χαρταετούς…
*Όλο το σημερινό όνειρο, εξαιρετικά αφιερωμένο στη Σταματία, την Ευγενία και τη Γαρυφαλλιά...
Ήταν μεγάλη η τιμή.
Ήταν μεγάλη η τιμή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου