Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Άπνοια



Ξαναγύρισα στα χρόνια μου. Ατένισα ακόμα μία φορά, όπως τότε τον κόσμο μου από ψηλά, περικυκλωμένη από σκοτάδια και καπνούς. Μέτρησα κρύο πολύ, το νοιώθει κάθε ένα από τα κομμάτια μου. Πόσες ζωές και πόσοι κόσμοι;

Κατέβηκα στο υπόγειο που κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει. Μια παλιά επιγραφή με κόκκινα γράμματα που αναβοσβήνουν σε παράξενο ρυθμό το επισημαίνει στους παρατηρητικούς. Αλλά κι αυτή απόψε είναι εντελώς σβηστή. Περιμένει όσους γνωρίζουν. Μοιάζει να με περίμενε πολύ καιρό.

Κατέβηκα τη στριφογυριστή σκάλα. Τι μέρος κι αυτό! Ανοίγει μια πύλη θαρρείς, και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα χώρο χωρίς χτες κι αύριο. Αυτό ήταν που υπήρχε πάντα. Πόσο από αυτό θέλησες και πόσο κατόρθωσες να γνωρίσεις;

Μαύρα ρούχα, μαύρα ποτά. Τα φώτα αναβοσβήνουν πολύχρωμα αστέρια, σημεία στο χάος.

Σκιές που κινούνται. Περπατούν, αγκαλιάζονται, γελάνε, δεν πολυσκέφτονται, παρατηρούν.

Προχωρούν στο κέντρο, και να χορεύουν έναν χορό: τον πρώτο και τον τελευταίο. Το κύκνειο άσμα τους. Αυτός ο χορός θα είναι καμωμένος από όλα τα προηγούμενα, τα αρχέγονα βήματα και θα έχει το ρυθμό των σωθικών της γης που χορεύει στη μουσική των Κόσμων. Ένας χορός που θα λέει όλα όσα θα έχει ποτέ κάποιος να πει, πριν σωπάσουν για πάντα.

Τολμάς; Όχι. Για να κάνεις Κάτι, πρέπει να είσαι Κάτι. Κάτι ελεύθερο. Ελεύθερο από καθρέφτες και χιλιοπαιγμένες ταινίες.

Έφυγα τρέχοντας σχεδόν, κι όταν βγήκα ξανά στη στεριά, πήρα μια βαθιά εισπνοή ανακούφισης.

Η πρώτη ανάσα μετά από …ώρα.

Οδός Μηθύμνης και οδός Πατησίων. Στήλοι Ολυμπίου Διός και λεωφόρος Συγγρού.

Πόσο μακριά ή κοντά είναι τα όρια του άλλου κόσμου;

Μια κομμένη ανάσα δρόμος.


Κεντρομόλος δύναμη με τραβά προς τα κει, φυγόκεντρη, λήθη, με φυγαδεύει.

Πρέπει να θυμηθώ πώς αναπνέουν τα ψάρια μες στο νερό. Πώς γλιστρούν στο υγρό με τόση χάρη.