Mια παλιά ταινία, δείχνει το δείπνο μιας παρέας αριστοκρατών. Όλα στην αρχή δείχνουν φυσιολογικά, μέχρι που αρχίζει να διαφαίνεται πώς κάτι σαν κατάρα έχει πέσει πάνω τους: ένα αόρατο δίχτυ που δεν τους αφήνει να διαλύσουν τη σύναξη. Έτσι, ενώ το δείπνο τελειώνει, εκείνοι παραμένουν στο σπίτι. Θέλουν να φύγουν, αλλά δεν θέλουν κιόλας. Κάνουν να ξεκινήσουν, αλλά δεν το αποφασίζουν. Έτσι, μένουν, παραμένουν, εμμένουν… Μέχρι που η μακρά διαμονή και συμβίωση κάνει να φανούν απροκάλυπτα όλα τα ζωώδη ένστικτα. Μέχρι το σημείο όπου τελειώνει η αξιοπρέπεια και αρχίζει η αλληλοεξόντωση.
Όσο βρισκόμαστε κλεισμένοι στα αόρατα τείχη, υποφέρουμε, βασανιζόμαστε, ξεχνιόμαστε για λίγο και μετά πάλι ξανά τα τείχη που δεν υπάρχουν, ορθώνονται απελπιστικά και τελεσίδικα.
Μαριονέτα στα χέρια ενός «Εγώ», γεμάτου επιθυμίες, ορμές, ελαττώματα, πλάνες, αυταπάτες και φόβους.
Όσο βρισκόμαστε κλεισμένοι μέσα στα άχτιστα τείχη, τρεφόμαστε αναγκαστικά ο ένας από τις σάρκες του άλλου. Και πονάμε.
Όλα είναι όνειρο, από το όνειρο ξεκινούν, στο όνειρο καταλήγουν. Το όνειρο είναι η η μόνη πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι έτσι όπως το όνειρό μου τη θέλησε. Ή έτσι όπως δεν τη θέλησε. (Άραγε το όνειρο που είμαι έχει μάθει να θέλει;)
Κι αν ο έρωτας είναι το αντίδοτο στην αδιάλειπτη καθημερινή εν ψυχρώ δολοφονία της ζωής, μάλλον πρέπει αυτός να μυρίζει θάνατο. Για να μην ξεχνάς… Ότι οφείλεις να πεθαίνεις συνέχεια, για να ζεις ξανά. Καινούργιος. Αναβαθμισμένος. Ολοένα και πιο ελεύθερος…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου